Γράφει η Κατερίνα
Κοντογιαννάτου, Ψυχολόγος
Είναι εύκολο να γίνεις γονιός, αλλά είναι
δύσκολο να είσαι γονιός. Σ’ αυτή τη φράση ο Βίλχελμ Μπους εσωκλείει
σύντομα και περιεκτικά τη δυσκολία – κι ό,τι αυτή προϋποθέτει ή συνεπάγεται-
του να είναι κανείς όχι τέλειος, αλλά ένας αρκούντως καλός γονιός. Εξάλλου
τέλειοι γονείς δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν και τέλεια παιδιά, κι αυτό είναι
κάτι, που χρειάζεται να κρατάμε καλά στο νου μας.


«Όταν ο γονιός δεν έχει αρκετή αυτοπεποίθηση, όταν δεν
είναι σίγουρος για τη θέση του, μπορεί να αντιδρά άσχημα στις εκδηλώσεις
αντίστασης του παιδιού του. Αντί να δει την αντίσταση ως μία εκδήλωση
της ταυτότητας του παιδιού, αισθάνεται ότι κατευθύνεται εναντίον του» (Ιζαμπέλ
Φιλιοζά). Και τότε οι γονείς κάνουν ένα από τα μεγαλύτερα τους λάθη. Αντί να
προσπαθήσουν να κατανοήσουν τη συμπεριφορά του παιδιού τους, προσπαθούν να
μεγαλώσουν ένα υπάκουο και πειθαρχημένο παιδί χρησιμοποιώντας ως όπλο τους και
έχοντας ως σύμμαχο τους το φόβο. Και ο φόβος είναι παιδική κακοποίηση.

«Το παιδί δεν μπορεί να ακούει προσβολές, γιατί μόνο έτσι
μεγαλώνοντας θα αποκτήσει αξιοπρέπεια» (F. Engels). Δε μιλάμε πλέον για
μια σχέση ισότιμη, αναφορικά με την αξιοπρέπεια και την αξία του παιδιού ως
ανθρώπου. Μιλάμε για μια σχέση ελέγχου, για ένα μόνιμο παιχνίδι εξουσίας, με
τους γονείς να κατηγορούν το παιδί ξεχνώντας ότι αυτοί το ξεκίνησαν.
Κάθε φορά που ο γονιός επιδιώκει να επιβληθεί στο παιδί του,
κατ’ ουσίαν επιχειρεί να επιβληθεί στα τραύματα του για να μην πονάει. Πίσω απ’
τη βία κρύβεται μια δική του ιστορία, είναι οι παλιές πληγές, που ξαναματώνουν,
προβάλλει την οργή της παιδικής του ηλικίας στο παιδί του.

«Κι εμείς τι πάθαμε που μεγαλώσαμε έτσι;». Μεγαλώσαμε
μέσα σ’ έναν ψεύτικο εαυτό. Μάθαμε να φοβόμαστε, να κρυβόμαστε πίσω από μάσκες,
να μην έχουμε πρόσωπο, αλλά προσωπείο, να φοράμε το κουστούμι μας και να
παίζουμε το ρόλο μας. Μάθαμε να μην εκφράζουμε τις ανάγκες και τα «θέλω» μας,
να μην τα αναγνωρίζουμε, να θέλουμε τα «θέλω» των άλλων, να τα περνάμε για δικά
μας, να τους ανήκουμε, να εξαρτιόμαστε. Μάθαμε να μην αγαπάμε τον εαυτό μας,
άρα και τους άλλους, να μην τον αποδεχόμαστε, να τον σαμποτάρουμε, να ζητούμε
το δυσλειτουργικό για να λειτουργήσουμε ή για να νομίζουμε ότι έτσι
λειτουργούμε. Μάθαμε να βολευόμαστε, να μη ρισκάρουμε, να μην κυνηγάμε τα
όνειρά μας, να μην ονειρευόμαστε, να μας τρομάζει η αλλαγή, δηλαδή η ίδια η
ζωή, μάθαμε να μη ζούμε. Άλλα περισσότερο, άλλα λιγότερο. Άλλοι περισσότερο,
άλλοι λιγότερο. Κι αν πάλι όλα αυτά δεν τα αναγνωρίζουμε είναι γιατί κυρίως
μάθαμε να τα βάζουμε όλα «κάτω απ’ το χαλί»… Κι αφού δεν τα βλέπω, ή μάλλον δε
θέλω να τα δω, τότε δεν υπάρχουν! Αυτό πάθαμε. Γίναμε έτσι…
Μας οφείλουμε λοιπόν να βγούμε στο φως, να δούμε τις
σκιές μας, να τις αναγνωρίσουμε, να τις γνωρίσουμε κι αυτή τη φορά να
μάθουμε να τις διαχειριζόμαστε. «Να πούμε “ναι” στον εαυτό μας, να
αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας σαν αυτό να είναι το σοβαρότερο απ’ όλα τα
καθήκοντά μας.» (C. Jung). Να βγάλουμε τη μάσκα! Να σπάσουμε τον κύκλο!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Πληκτρολογείστε το σχόλιό σας...