Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Το μυστικό του πόθου στις μακροχρόνιες σχέσεις





Μπορούμε να ποθούμε, αυτό που ήδη έχουμε; Και γιατί το απαγορευμένο είναι τόσο ερωτικό; Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ομιλία της ψυχοθεραπεύτριας Esther Perel στο TED.

Γιατί λοιπόν το καλό σεξ ξεθωριάζει τόσο συχνά ακόμη και σε ζευγάρια που συνεχίζουν ν’ αγαπιούνται όσο ποτέ; Γιατί ή καλή επαφή δεν εγγυάται το καλό σεξ, αντίθετα με την κοινή αντίληψη; Η επόμενη ερώτηση θα έπρεπε να είναι: «Μπορούμε να ποθούμε, αυτό που ήδη έχουμε;» Αυτή είναι η ερώτηση κλειδί, σωστά; Και γιατί το απαγορευμένο είναι τόσο ερωτικό;


Διαβάστε την ομιλία ή παρακολουθήστε την στο παρακάτω βιντεάκι:


video

Τι είναι αυτό που κάνει την παράβαση να ισχυροποιεί τόσο πολύ τον πόθο; Γιατί το σεξ παράγει μωρά, και τα μωρά είναι η ερωτική καταστροφή των ζευγαριών; Είναι κάτι σαν μοιραίο ερωτικό χτύπημα, έτσι δεν είναι; Κι όταν αγαπάμε, πώς νιώθουμε; Κι όταν ποθούμε, σε τι διαφέρει;

Αυτές είναι μερικές απ’ τις ερωτήσεις που βρίσκονται στο επίκεντρο της εξερεύνησης μου για τη φύση της ερωτικής επιθυμίας και τα συνακόλουθα διλήμματα της σύγχρονης αγάπης. Ταξιδεύω στον κόσμο, και αυτό που παρατηρώ είναι ότι παντού, όπου εισήλθε ο ρομαντισμός, φαίνεται να υπάρχει κρίση επιθυμίας.

Κρίση επιθυμίας όπως όταν κατέχεις το επιθυμητό – η επιθυμία ως μια έκφραση της ατομικότητάς μας, των ελεύθερων επιλογών, των προτιμήσεων, της ταυτότητάς μας, η επιθυμία που έχει γίνει η κεντρική ιδέα ως μέρος της σύγχρονης αγάπης και των ατομικιστικών κοινωνιών.

Ξέρετε, είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας που προσπαθούμε να βιώσουμε τη σεξουαλικότητα σε μακροπρόθεσμη βάση, όχι επειδή θέλουμε 14 παιδιά, και θα γεννήσουμε περισσότερα διότι κάποια απ’ αυτά δεν θα ζήσουν, ούτε επειδή είναι αποκλειστικά συζυγικό καθήκον μιας γυναίκας.

Είναι η πρώτη φορά που θέλουμε σεξ που ν’ αντέχει στο χρόνο για την απόλαυση και τη σύνδεση, που έχουν τις ρίζες τους στην επιθυμία. Τι είναι αυτό που διατηρεί την επιθυμία και γιατί είναι τόσο δύσκολο; Στην καρδιά της διατήρησης της επιθυμίας σε μια σταθερή σχέση βρίσκεται νομίζω η συμφιλίωση δύο θεμελιωδών ανθρώπινων αναγκών.

Από τη μια, η ανάγκη μας για ασφάλεια, προβλεψιμότητα, προστασία, αξιοπιστία, φερεγγυότητα και μονιμότητα – όλες αυτές τις υποστηρικτικές εμπειρίες της ζωής μας που ονομάζουμε σπιτικό. Έχουμε όμως επίσης μια εξίσου ισχυρή ανάγκη — άνδρες και γυναίκες – για περιπέτεια, καινοτομία, μυστήριο, για ρίσκο και κίνδυνο, για το άγνωστο και το απρόσμενο, για την έκπληξη – το πιάνετε το νόημα — για την εμπειρία, για το ταξίδι.

Έτσι, η συμφιλίωση της ανάγκης μας για ασφάλεια και της ανάγκης μας για περιπέτεια σε μια σχέση, ή αυτό που σήμερα μας αρέσει να ονομάζουμε φλογερό γάμο, ήταν κάποτε μια αντίφαση. Ο γάμος ήταν ένας οικονομικός θεσμός όπου δημιουργούσες έναν δια βίου συνεταιρισμό, από την άποψη των παιδιών και της κοινωνικής θέσης, με διαδοχή και συντροφικότητα.

Τώρα όμως θέλουμε ο σύντροφός μας να συνεχίσει να μας τα παρέχει όλα αυτά αλλά επιπλέον να είναι ο καλύτερος και πιο έμπιστος φίλος και φλογερός εραστής, και να ζήσουμε δυο φορές περισσότερο.

Καταλήγουμε λοιπόν σε ένα άτομο και βασικά του ζητάμε να μας δώσει, ό,τι κάποτε παρείχε ολόκληρο χωριό: Κάνε με δική σου, δώσε μου ταυτότητα, δώσε μου συνέχεια, αλλά και υπέρβαση και μυστήριο και δέος, όλα σε ένα. Δώσε μου άνεση, αλλά και ακρότητα. Δωσ’ μου καινοτομία, δωσ’ μου και οικειότητα.

Δώσε μου προβλεψιμότητα αλλά κι εκπλήξεις. Και νομίζουμε πως είναι δεδομένο και πως τα παιχνίδια και τα εσώρουχα θα μας σώσουν. Φτάνουμε τώρα στην υπαρξιακή πραγματικότητα της ιστορίας, σωστά; Επειδή κατά κάποιο τρόπο νομίζω — και θα επιστρέψω σ’ αυτό – πως η κρίση επιθυμίας είναι συχνά κρίση φαντασίας.

Γιατί λοιπόν το καλό σεξ ξεθωριάζει τόσο συχνά; Ποια είναι η σχέση μεταξύ αγάπης και επιθυμίας; Πώς συνδέονται και πώς συγκρούονται; Διότι εκεί κρύβεται το μυστικό του ερωτισμού.

Εάν υπάρχει κάποιο ρήμα, για μένα, που πάει πακέτο με την αγάπη, είναι το «έχω». Και αν υπάρχει κάποιο ρήμα που πάει πακέτο με την επιθυμία, είναι το «θέλω». Στην αγάπη, θέλουμε να έχουμε, θέλουμε να γνωρίζουμε το αγαπημένο πρόσωπο. Θέλουμε να ελαχιστοποιήσουμε την απόσταση.

Να γεφυρώσουμε το χάσμα. Θέλουμε να εξουδετερώσουμε τις εντάσεις. Θέλουμε εγγύτητα. Αλλά με την επιθυμία, έχουμε την τάση να μην θέλουμε να γυρίσουμε στα ίδια και τα ίδια. Η σίγουρη έκβαση δεν κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον μας.

Με την επιθυμία, θέλουμε τον Άλλον, κάποιον στην άλλη πλευρά που να μπορούμε να τον επισκεφτούμε, να περάσουμε χρόνο μαζί του, να δούμε τι συμβαίνει στη δική του γειτονιά με τα κόκκινα φανάρια.Θέλουμε μια γέφυρα για να περάσουμε, όταν πρόκειται για την επιθυμία. Ή, μ’ άλλα λόγια, λέω καμιά φορά πως, όπως η φωτιά έχει ανάγκη από οξυγόνο, η επιθυμία έχει ανάγκη από χώρο. Όταν λέγεται έτσι, είναι συχνά αρκετά αφηρημένο.

Αλλά πήρα μαζί μου μια ερώτηση και πήγα σε περισσότερες από 20 χώρες, τα τελευταία χρόνια με το «Ζευγαρώνοντας σε αιχμαλωσία» και ρώτησα τους ανθρώπους, πότε αισθάνονται να έλκονται περισσότερο από τους συντρόφους τους; Όχι να έλκονται μόνο σεξουαλικά, αλλά να προσελκύονται περισσότερο.

Σε κάθε πολιτισμό και θρησκεία, σε κάθε φύλο – εκτός από ένα — υπάρχουν κάποιες απαντήσεις που επαναλαμβάνονται. Η πρώτη ομάδα απαντήσεων λέει: ποθώ περισσότερο το σύντροφό μου όταν είναι μακριά, όταν είμαστε χώρια, όταν ξανασυναντιόμαστε.

Βασικά, όταν έρχομαι ξανά σε επαφή με την ικανότητά μου να φαντάζομαι τον εαυτό μου με τον σύντροφό μου, όταν η φαντασία επανέρχεται στο προσκήνιο, και ριζώνεται στην απουσία και την προσμονή, που είναι βασικό στοιχείο της επιθυμίας.

Η δεύτερη ομάδα, έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον: Επιθυμώ περισσότερο τον σύντροφό μου όταν τον βλέπω στο στούντιο, όταν βρίσκεται επί σκηνής, όταν είναι στο στοιχείο του, όταν κάνει κάτι με το οποίο παθιάζεται, όταν τον βλέπω να μαγεύει τα πλήθη σε ένα πάρτι, όταν τραβά επάνω της τα βλέμματα.

Κυρίως, όταν βλέπω τον σύντροφό μου ν’ ακτινοβολεί με αυτοπεποίθηση, είναι ίσως ο βασικότερος λόγος επιθυμίας για όλους. Ακτινοβόλος όπως αυτός που είναι αυτάρκης. Κοιτάζω αυτό το άτομο — παρεμπιπτόντως, στην επιθυμία οι άνθρωποι σπάνια μιλούν γι’ αυτό, όταν γινόμαστε ένα, πέντε εκατοστά ο ένας από τον άλλο.

Δεν ξέρω πόσο είναι σε ίντσες. Δεν συμβαίνει όταν το άλλο άτομο είναι τόσο μακριά που δεν το βλέπετε πλέον. Είναι όταν κοιτάζω τον σύντροφό μου από μια ικανοποιητική απόσταση, όπου αυτό το άτομο που μου είναι ήδη τόσο οικείο, τόσο γνωστό, γίνεται ξανά για μια στιγμή μυστηριώδες και ασαφές.

Σε αυτό το διάστημα μεταξύ μας, βρίσκεται η ερωτική ορμή, βρίσκεται αυτή η κίνηση προς τον άλλον. Διότι καμιά φορά, όπως λέει και ο Προυστ, μυστήριο δεν σημαίνει να ψάχνεις καινούργια μέρη, αλλά να κοιτάς με καινούρια μάτια. Όταν λοιπόν βλέπω, το σύντροφό μου, τη σύντροφό μου, να κάνουν κάτι με το οποίο είναι απορροφημένοι. Κοιτάζω αυτό το άτομο και γίνεται στιγμιαία μια αλλαγή στην αντίληψής μου, κι ανοίγομαι στα μυστήρια που ζουν ακριβώς δίπλα μου.
 
Έπειτα, το σημαντικότερο σε αυτήν την περιγραφή του άλλου, ή του εαυτού μας — το ίδιο κάνει — το πιο ενδιαφέρον είναι πως δεν υπάρχει αναγκαιότητα στην επιθυμία. Κανείς δεν χρειάζεται κανέναν. Δεν υπάρχει φροντίδα στην επιθυμία. Φροντίζω σημαίνει αγαπώ δυνατά. Είναι ένα ισχυρό αντί- αφροδισιακό.

Δεν έχω δει ακόμη κανέναν να ποθεί ερωτικά κάποιον που τον χρειάζεται. Να τον θέλεις, είναι ένα πράγμα. Να τον έχεις ανάγκη, είναι κατευναστικό, και οι γυναίκες το γνώριζαν πάντοτε αυτό, επειδή οτιδήποτε ανασύρει το γονεϊκό ένστικτο συνήθως μειώνει την ερωτική φόρτιση. Για καλούς λόγους, σωστά;

Μια τρίτη ομάδα απαντήσεων συνήθως είναι, «όταν με εκπλήσσει, όταν γελάμε παρέα» και όπως μου είπε και κάποια στο γραφείο σήμερα, «όταν φοράει το σμόκιν του», κι εγώ απάντησα, «είναι είτε το σμόκιν, είτε οι καουμπόικες μπότες». Κυρίως συμβαίνει όταν υπάρχει κάτι νέο. Αυτό όμως δεν αφορά νέες ερωτικές στάσεις. Δεν είναι ένα ρεπερτόριο τεχνικών.

Καινοτομία είναι, ποια κομμάτια σου εξωτερικεύεις; Ποια κομμάτια σου αφήνεις να φανούν; Διότι, κατά κάποιο τρόπο, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι το σεξ, δεν είναι κάτι που κάνεις, ε; Το σεξ είναι ο τόπος που επισκέπτεσαι. Είναι ο χώρος που εισέρχεσαι μέσα στον εαυτό σου και στον άλλο, ή στους άλλους. Πού πηγαίνετε λοιπόν στο σεξ;

Με ποια κομμάτια σας συνδέεστε; Τι προσπαθείτε να εκφράσετε εκεί; Είναι ένας τόπος υπέρβασης και πνευματικής ένωσης; Είναι ένας τόπος σκανταλιάς όπου μπορείς να γίνεις επιθετικός με ασφάλεια; Είναι ένας τόπος όπου μπορείς να παραδοθείς και να μην αναλαμβάνεις ευθύνη για όλα; Είναι ένας τόπος όπου μπορείτε να εκφράσετε τις παιδικές σας επιθυμίες;

Τι βγαίνει από εκεί; Είναι μια γλώσσα. Δεν είναι απλά μια συμπεριφορά. Και είναι η ποιητική αυτής της γλώσσας που με ενδιαφέρει γι’ αυτό ξεκίνησα να εξερευνώ την έννοια της ερωτικής νοημοσύνης. Ξέρετε, τα ζώα κάνουν σεξ. Είναι βασικό, είναι βιολογία, είναι φυσικό ένστικτο. Είμαστε οι μόνοι που έχουν ερωτική ζωή που σημαίνει πως μιλάμε για σεξουαλικότητα μεταμορφωμένη από την ανθρώπινη φαντασία.

Είμαστε οι μόνοι που μπορούν να κάνουν έρωτα επί ώρες, να περνούν καλά και να έχουν πολλαπλούς οργασμούς, χωρίς ν’ αγγίζουμε κανέναν, μόνο με τη φαντασία μας. Μπορούμε να το υπαινιχθούμε. Δεν χρειάζεται καν να το κάνουμε. Μπορούμε να βιώσουμε το δυνατό αίσθημα της προσμονής, που είναι δομικό στοιχείο της επιθυμίας, την ικανότητα να τη φανταζόμαστε σαν να συμβαίνει, να τη βιώνουμε σαν να συμβαίνει, χωρίς να συμβαίνει τίποτα και όλα να συμβαίνουν την ίδια στιγμή.

Όταν άρχισα λοιπόν να σκέφτομαι τον ερωτισμό, άρχισα να σκέφτομαι για την ποιητική του σεξ, κι αν το αναλογιστούμε ως ευφυΐα, είναι κάτι που το καλλιεργούμε. Ποια είναι τα συστατικά του; Φαντασία, παιχνίδισμα, καινοτομία, περιέργεια, μυστήριο. Ο Βασικός παράγοντας όμως είναι στ’ αλήθεια το κομμάτι που ονομάζουμε φαντασία.

Το πιο σημαντικό όμως, για ν’ αρχίσω να καταλαβαίνω ποια είναι τα ζευγάρια που έχουν ερωτική φλόγα, και τι συντηρεί την επιθυμία, έπρεπε να πάω πίσω στον αρχικό ορισμό του ερωτισμού, τον μυστικιστικό ορισμό, και να περάσω μέσα από έναν διχασμό, εξετάζοντας το ψυχικό τραύμα, που είναι η άλλη πλευρά, και το μελέτησα βλέποντας την κοινότητα στην οποία μεγάλωσα, που ήταν μια κοινότητα του Βελγίου, όλοι επιζώντες του Ολοκαυτώματος,και στην κοινότητά μου υπήρχαν δύο ομάδες: εκείνοι που επέζησαν κι εκείνοι που επανήλθαν στη ζωή.

Όσοι δεν πέθαναν, έζησαν συχνά καθηλωμένοι,δεν μπορούσαν να βιώσουν ευχαρίστηση, δεν μπορούσαν να εμπιστευτούν, διότι όταν είσαι σε εγρήγορση, ανήσυχος, αγχωμένος, και ανασφαλής, δεν μπορείς να σηκώσεις κεφάλι και να πας ν’ απογειωθείς στο διάστημα και να είσαι παιχνιδιάρης και ασφαλής και ευφάνταστος. Αυτοί που επανήλθαν στη ζωή ήταν εκείνοι που καταλάβαιναν τον ερωτισμό, ως αντίδοτο στο θάνατο.

Ήξεραν πώς να διατηρηθούν στη ζωή. Όταν άρχισα ν’ ακούω για την ανέραστη ζωή των ζευγαριών με τα οποία εργαζόμουν, υπήρχαν άνθρωποι που έλεγαν «Θέλω περισσότερο σεξ» αλλά συνήθως οι άνθρωποι θέλουν καλύτερο σεξ, και καλύτερο σημαίνει να επανενωθούν με τη ζωντάνια, την ανανέωση, τη ζωτικότητα, τον έρωτα, την ενέργεια, που τους έδινε το σεξ, ή που ήλπιζαν ότι θα τους έδινε.

Άρχισα λοιπόν να θέτω μια διαφορετική ερώτηση. «Καταπνίγω τον εαυτό μου όταν…» ξεκινούσε η ερώτηση. «Καταπνίγω τις επιθυμίες μου όταν…» Αυτή δεν είναι ίδια ερώτηση με το «Αυτό που με ξενερώνει είναι…» και το «Με ξενερώνεις όταν…».

Κι ο κόσμος απαντούσε: «Καταπνίγω τον εαυτό μου όταν αισθάνομαι νεκρός εσωτερικά, όταν δεν μου αρέσει το κορμί μου, όταν αισθάνομαι γριά, όταν δεν έχω χρόνο για τον εαυτό μου, όταν δεν έχω καν την ευκαιρία να σε ρωτήσω, όταν δεν αποδίδω στη δουλειά, όταν έχω μικρή αυτοεκτίμηση, όταν δεν νιώθω την προσωπική μου αξία, όταν δεν αισθάνομαι πως έχω το δικαίωμα να θέλω, να παίρνω, να εισπράττω ευχαρίστηση».

Έπειτα άρχισα να ρωτώ την αντίθετη ερώτηση. «Ερεθίζομαι όταν…» επειδή συνήθως οι άνθρωποι θέλουν να λένε: «Εσύ με ερεθίζεις, τι με ερεθίζει» και οι ίδιοι μένουν εκτός. Καταλαβαίνετε; Όσα και να κάνει ο άλλος για του Αγίου Βαλεντίνου, αν είσαι νεκρός μέσα σου, δεν θα έχει καμία επίδραση. Δεν είναι κανείς μέσα. Γι’ αυτό ερεθίζομαι όταν, επιθυμώ, ξυπνάω όταν …

Τώρα σε αυτό το παράδοξο μεταξύ αγάπης και επιθυμίας το παράξενο είναι ότι με τα ίδια υλικά που τροφοδοτείται η αγάπη — αμοιβαιότητα, ανταπόδοση, προστασία, έγνοια, ευθύνη για τον άλλον – είναι καμιά φορά τα ίδια υλικά που καταπνίγουν την επιθυμία. Διότι η επιθυμία συνοδεύεται από μια σειρά συναισθημάτων που δεν είναι πάντα ό,τι καλύτερο για την αγάπη: ζήλια, κτητικότητα, επιθετικότητα, δύναμη, κυριαρχία, σκανταλιά, αταξία.

Βασικά οι περισσότεροι ερεθιζόμαστε τη νύχτα από τα ίδια πράγματα που μας απωθούν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ξέρετε, ο ερωτικός εγκέφαλος δεν είναι ιδιαίτερα πολιτικά ορθός. Αν όλοι φαντασιώνονταν ένα κρεβάτι με τριαντάφυλλα, δεν θα κάναμε αυτές τις ενδιαφέρουσες συζητήσεις.

Όμως όχι, εκεί επάνω στο μυαλό μας συμβαίνουν πράγματα που δεν γνωρίζουμε πάντα, πώς να τα μοιραστούμε με το άτομο που αγαπάμε, επειδή νομίζουμε πως η αγάπη είναι ανιδιοτελής, ενώ στην πραγματικότητα η επιθυμία έρχεται με μια δόση ιδιοτέλειας με την καλύτερη έννοια της λέξης: τη δυνατότητα να παραμείνουμε συνδεδεμένοι με τον εαυτό μας υπό την παρουσία του άλλου.

Θέλω να σας το εξηγήσω αυτό, διότι αυτή η ανάγκη να συμφιλιώσουμε τις δύο ομάδες αναγκών, είναι εγγενής. Η ανάγκη μας για σύνδεση, η ανάγκη μας για αυτοτέλεια, η ανάγκη μας για σιγουριά και περιπέτεια, ή η ανάγκη μας για συντροφικότητα και αυτονομία. Κι αν αναλογιστείτε το μικρό παιδί που κάθεται στην αγκαλιά σας, που έχει φωλιάσει εκεί αναπαυτικά και με ασφάλεια, σε κάποιο σημείο, όλοι μας νιώθουμε την ανάγκη να βγούμε έξω στον κόσμο να εξερευνήσουμε και ν’ ανακαλύψουμε.

Αυτή είναι η αρχή της επιθυμίας, αυτή η εξερευνητική ανάγκη, η ανακάλυψη. Κι έπειτα σε κάποιο σημείο, γυρνούν και σε κοιτάζουν, κι αν τους πεις, «Έι μικρέ, ο κόσμος είναι ένα υπέροχο μέρος, άντε να τον ανακαλύψεις. Έχει τόση πλάκα εκεί έξω». Μπορούν να φύγουν και να βιώσουν σύνδεση και αυτοτέλεια την ίδια στιγμή.

Μπορούν να πάνε μακριά με τη φαντασία τους, με το κορμί τους, με την παιχνιδιάρικη διάθεση, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι θα υπάρχει κάποιος εκεί όταν επιστρέψουν.

Αν όμως εδώ υπάρχει κάποιος που λέει, «Ανησυχώ. Αγχώνομαι. Είμαι στεναχωρημένος. Ο σύντροφός μου δεν με φροντίζει εδώ και καιρό.

Τι το καλό υπάρχει εκεί έξω; Δεν έχουμε όλα όσα χρειάζεσαι μεταξύ μας, εσύ κι εγώ;». Τότε υπάρχουν μερικές αντιδράσεις που όλοι μας λίγο-πολύ μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε. Κάποιοι θα επιστρέψουν, έχουν επιστρέψει πολύ καιρό πριν, κι αυτό το μικρό παιδί που επιστρέφει είναι εκείνο που θα παραιτηθεί από ένα κομμάτι του εαυτού του για να μην χάσει τον άλλο. Θα χάσω την ελευθερία μου, για να μην χάσω τη σύνδεση.

Και θα μάθω ν’ αγαπώ με συγκεκριμένο τρόπο που θα επιβαρυνθεί με επιπλέον ανησυχία κι επιπρόσθετη ευθύνη και προστασία, και δεν θα ξέρω πώς να σε αφήσω για να πάω να παίξω, για να νιώσω ευχαρίστηση, με σκοπό ν’ ανακαλύψω, να εισέλθω μέσα στον εαυτό μου. Μεταφράστε το αυτό σε γλώσσα ενηλίκων. Ξεκινά από μικρή ηλικία.

Συνεχίζει στη σεξουαλική μας ζωή μέχρι το τέλος. Το παιδί νούμερο δύο επιστρέφει αλλά κοιτάζει έτσι, όλη την ώρα, πάνω από τον ώμο του. «Θα είσαι εκεί;» «Θα με βρίσεις; Θα μ’ επιπλήξεις;» «Θα θυμώσεις μαζί μου;» Και μπορεί να φύγει αλλά ποτέ δεν είναι μακριά, κι αυτοί είναι οι άνθρωποι που θα σου πουν, πως στην αρχή η σχέση ήταν καυτή.

Επειδή στην αρχή, η αυξανόμενη οικειότητα δεν ήταν ακόμη τόσο δυνατή ώστε να οδηγήσει στη μείωση της επιθυμίας. Όσο πιο πολύ δένομαι, τόσο περισσότερο αισθάνομαι υπεύθυνος, και τόσο λιγότερο είμαι ικανός ν’ αφήνομαι, όταν είσαι μπροστά. Το τρίτο παιδί ποτέ δε γυρίζει πίσω.

Τι γίνεται λοιπόν αν θέλετε να διατηρήσετε την επιθυμία, αυτή είναι η πραγματική συζήτηση. Από τη μια θέλετε την ασφάλεια, ώστε να μπορείτε να φύγετε. Από την άλλη, αν δεν μπορείτε να φύγετε, δεν μπορείτε να νιώσετε ευχαρίστηση, δεν κορυφώνετε, δεν έρχεστε σε οργασμό, δεν διεγείρεστε επειδή σπαταλάτε το χρόνο σας στο κορμί και το κεφάλι του άλλου κι όχι στο δικό σας.

Έτσι, σε αυτό το δίλημμα σχετικά με τη συμφιλίωση αυτών των δύο συνόλων των θεμελιωδών αναγκών, υπάρχουν μερικά πράγματα που έχω καταλάβει πως κάνουν τα ερωτικά ζευγάρια. Το ένα είναι ότι έχουν πολλή ιδιωτική σεξουαλική ζωή. Καταλαβαίνουν πως υπάρχει ένας ερωτικός χώρος που ανήκει στον καθένα απ’ αυτούς.

Καταλαβαίνουν επίσης ότι τα προκαταρκτικά δεν είναι κάτι που κάνεις πέντε λεπτά πριν από την πράξη. Τα προκαταρκτικά στην ουσία αρχίζουν στο τέλος του προηγούμενου οργασμού. Καταλαβαίνουν επίσης πως ένας ερωτικός χώρος, δεν έχει να κάνει με το να χαϊδέψεις τον άλλο. Αφορά το χώρο που δημιουργείς, όπου αφήνεις τη διαχείριση, ίσως είναι εκεί που αφήνεις και το ευέλικτο πρόγραμμα, και εισέρχεσαι σ’ αυτό το χώρο που παύεις να είσαι ο καλός πολίτης που φροντίζει τα πράγματα και είναι υπεύθυνος. 

Η υπευθυνότητα και η επιθυμία δεν ταιριάζουν. Δεν πάνε καλά μαζί. Τα ερωτικά ζευγάρια καταλαβαίνουν επίσης ότι το πάθος έρχεται και φεύγει. Είναι σαν το φεγγάρι. Έχει διαλείπουσες εκλείψεις.Ξέρουν όμως πως ν’ αναστήσουν το πάθος.

Ξέρουν πώς να το φέρουν πίσω, και το ξέρουν επειδή έχουν απομυθοποιήσει έναν μεγάλο μύθο, που μιλά για τον αυθορμητισμό, ότι δηλαδή θα πέσει από τον ουρανό καθώς θα διπλώνετε τη μπουγάδα σαν από μηχανής θεός, και κατάλαβαν πως ό,τι είναι να συμβεί σε μια μακροχρόνια σχέση, έχει συμβεί ήδη.

Το αφοσιωμένο σεξ είναι το προμελετημένο σεξ. Είναι σκόπιμο κι από πρόθεση. Είναι επικέντρωση και παρουσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληκτρολογείστε το σχόλιό σας...